Στο σπίτι μου πάντα πλανιόταν το «φάντασμα» του θείου Λάκη, κατά κόσμον Μιχάλη Γκανά. Και αυτός και η μητέρα μου, πρώτα ξαδερφια, γεννήθηκαν στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας, στο τελευταίο χωριό πριν τα ελληνοαλβανικά σύνορα, επάνω στο βουνό της Μουργκάνας. 3 πράγματα χαρακτήρισαν τις μνήμες όσων γεννήθηκαν και μεγάλωσαν σε αυτά τα μέρη μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο: η μετανάστευση, η φτώχεια και η «αποστολή παιδιών» στις Λαϊκές Δημοκρατίες από τον ΔΣΕ (εξευγενισμένος χαρακτηρισμός για το παιδομάζωμα). Βάλτε μέσα σε αυτό το πλαίσιο και τη δολοφονία της Ελένης Γκατζογιάννη, που οδηγήθηκε στο εκτελεστικό απόσπασμα επειδή φυγάδευσε τα παιδιά της για να μην τα αρπάξει ο ΔΣΕ, προκειμένου να σχηματίσετε πλήρη εικόνα για τη συγκεκριμένη περιοχή της Ελλάδας τη δεδομένη χρονική περίοδο.
Ο θείος Λάκης ήταν ένα από τα παιδιά που κατέληξαν στις Λαϊκές Δημοκρατίες. Αυτός, η μητέρα μου και οι συνομήλικοι τους ανήκουν στις γενιές που αποκαλώ «χαραγμένες από την Ιστορία». Το κοινωνικοπολιτικό background στο οποίο μεγάλωσαν καθόρισαν σε τεράστιο βαθμό την ίδια την ύπαρξή τους, με γεγονότα και φαινόμενα που ούτε κατά διάνοια δε θα βιώναμε σήμερα. Στα 4 του στο παιδομάζωμα, από τον Σεπτέμβριο του '48 μέχρι τον Φεβρουάριο του '54 στο χωριό Μπελογιάννη στην Ουγγαρία. Όταν γύρισε στην Ελλάδα, αυτός ήταν 10 ετών και η μητέρα μου 3. Μαζί μεγάλωσαν, μέχρι που ο Λάκης κατέβηκε στην Αθήνα για να σπουδάσει στην Νομική και η οικογένεια της μητέρας μου μετακόμισε στην Αχαΐα.
H κεντρική φιγούρα που ένωνε όλες τις οικογένειες ήταν η μητέρα του Λάκη και αδελφή του παππού μου, η Καλλιόπη. Δεν ήταν τυχαίο το «με λένε Πόπη σαν την γιαγιά μου την Καλλιόπη». Ο θάνατος είναι κυρίαρχο θέμα στην ποίησή του, η Καλλιόπη έφυγε νωρίς, με τη φυγή της ρήμαξαν πολλά πράγματα στον Τσαμαντά και ο θείος Λάκης έχει γράψει κάποια συγκλονιστικά ποιήματα για αυτή, τα οποία πάντα συγκινούσαν τη μητέρα μου.
Η μητέρα μου άρχισε να με «ενοχλεί» έντονα πέραν των απλών αφηγήσεων για τον ξάδελφό της όταν αυτός έκανε τη μετάβαση από την ποίηση στη δισκογραφία. Εκείνη την περίοδο ζούσα τις απαρχές της μουσικής εφηβείας μου με hard rock, grunge και κάτι ψιλά από techno. Κάπου είχε πάρει το μάτι μου πως είχε γράψει τους στίχους από τον «Μικρό Τιτανικό» του Μαχαιρίτσα. Μετά έρχεται παραγγελιά από την μητέρα μου «θα πας να αγοράσεις το cd τα Κορμιά και τα Μαχαίρια της Αρβανιτάκη, έχει γράψει στίχους ο Λάκης μου», μετά έπεσε παραγγελιά για το «Ασίκικο Πουλάκη» του Μ. Θεοδωράκη κοκ. Το «Θεσσαλονίκη Γιάννενα με 2 παπούτσια πάνινα» μου το είχαν κάνει δώρο. Όμως, το αγαπημένο μου τραγούδι ήταν το «Χρώμα δεν αλλάζουνε τα μάτια» του Γεράσιμου Ανδρεάτου από τη σειρά «Λόγω Τιμής». Είχε πολύ έντονο το στοιχείο του αποχωρισμού, το οποίο μου έβγαινε πάντα από τις διηγήσεις της μητέρας μου για τον Λάκη. Κατά βάθος, είχα γίνει fanboy, παρακολουθούσα τη δισκογραφία του. Κάπως έτσι, ο θείος μου, πέραν του γεγονότος που διέπρεπε χρόνια πριν ως ποιητής, κατόρθωσε να συνεργαστεί με πολύ μεγάλα ονόματα στην περίοδο της μεγάλης δισκογραφικής ακμής του έντεχνου: Θάνο Μικρούτσικο, Μίκη Θεοδωράκη, Νίκο Αντύπα, Ευανθία Ρεμπούτσικα, Ara Dinkjian, Goran Bregovic, Νίκο Ξυδάκη, Δημήτρη Παπαδημητρίου, Ελευθερία Αρβανιτάκη, Γιώργο Νταλάρα, Έλλη Πασπαλά, Βασίλη Λέκκα, Μελίνα Κανά, Σωκράτη Μάλαμα κ.α.
Η μεγάλη ευκαιρία που είχα να τον γνωρίσω, την οποία και απώλεσα, ήταν στην παρουσίαση της «Οδύσσειας» (ήταν εξαιρετικός γνώστης της αρχαίας ελληνικής) στο βιβλιοπωλείο Πολύεδρο στην Πάτρα. Η τραγική ειρωνεία είναι πως όταν αυτός βρέθηκε στην πόλη μου, εγώ καθυστέρησα να επιστρέψω από επαγγελματικό ταξίδι στα Γιάννενα (τα πολυαγαπημένα του, τα «γυάλινα»). Οπότε, δεν κατάφερα να επιστρέψω εγκαίρως. Είχα κατορθώσει όμως νωρίτερα να πρήξω τη μητέρα μου να πάει να τον συναντήσει. Ήξερα πως είχαν καιρό να βρεθούν, καταλάβαινα πως τέτοιες ευκαιρίες δεν πρέπει να τις πετάνε άνθρωποι μιας ηλικίας και την πίεσα με κάθε τρόπο ώστε να παραστεί στην παρουσίαση. Και πήγε. Και θυμήθηκαν τα παλιά. Και γύρισε σπίτι συγκινημένη και χαρούμενη. Και σε μια συλλογή με ποιήματά του της έγραψε αφιέρωση «Στην πολυαγαπημένη μου ξαδέλφη Μύγια» (έτσι φώναζαν χαϊδευτικά τις Ευθυμίες στην Ήπειρο, έτσι την αποκαλούσε πάντα ο Λάκης).
Εγώ ήμουν αυτός που της μετέφερα την είδηση του θανάτου του σήμερα. Περιέργως, σείστηκαν τα social media, γιατί πλέον τέτοιες ειδήσεις είναι αντιδημοφιλείς, σε σχέση με τα κατορθώματα influencers και κοσμικών. Για τη μητέρα μου ήταν μεγάλο πλήγμα ο θάνατός του. Κι εγώ στεναχωρήθηκα, έχω γνωρίσει τον πατέρα του, την αδελφή του, αλλά δεν κατάφερα να γνωρίσω τον ίδιο. Αν και μέσα από τους στίχους και τις συνεντεύξεις του είναι σαν να τον ξέρω πολύ καλά. Και το πρώτο πράγμα που μου είπε η μητέρα μου ήταν πως καλά έκανα κι επέμενα να πάει τότε στην παρουσίαση της «Οδύσσειας», γιατί έμελε να είναι η τελευταία φορά που συναντήθηκαν…
Αντίο θείε… Το φάντασμά σου θα συνεχίσει να πλανάται στο σπίτι μας μέσα από τις αναμνήσεις της μητέρας μου, τους στίχους και τα βιβλία σου…
ΥΓ: Για το πώς βίωσε ο ίδιος την ξενιτιά και το περιβάλλον που μεγάλωσε, δε χρειάζεται να κάνω προσωπικές εκτιμήσεις. Τα περιγράφει εξαιρετικά σε συνέντευξή του στο Lifo το 2014: “Μεγάλωσα κυρίως με γυναικόπαιδα. Οι άντρες πολεμούσαν στον Εμφύλιο ή είχαν φύγει για τις κωμοπόλεις. Κάποια στιγμή, ο Εθνικός Στρατός εκπόρθησε τη Μουργκάνα και, φεύγοντας, οι αντάρτες τούς πήραν όλους μαζί τους, Αριστερούς και Δεξιούς. Χαρακτηριστικά, του παππού μου, που ήταν με τον Ζέρβα, όπως και όλη η οικογένειά μου, του είπαν «πάμε να φύγουμε, συναγωνιστή». Δεν υπήρχαν εκείνη την ώρα περιθώρια να εξηγήσεις τι και πώς. Φύγαμε για την Ουγγαρία τον Σεπτέμβριο του '48 και γυρίσαμε τον Φεβρουάριο του '54, αφήνοντας εκεί δύο νεκρούς: τη γιαγιά μου και τη θεία μου. Δεν ήμασταν πολιτικοί πρόσφυγες και γι' αυτόν το λόγο χαρακτηριστήκαμε απαχθέντες απ' τους αντάρτες. Η φυγή μας στην Ουγγαρία ήταν μια πάρα πολύ δυνατή περιπέτεια. Έχω γράψει κι ένα πεζογράφημα, τη Μητριά Πατρίδα, γι' αυτό. Όταν φτάσαμε στην Ουγγαρία, μας μοιράσανε σε αστικό και αγροτικό πληθυσμό και χτίσανε το χωριό Μπελογιάννη, ειδικά για μας, τους αγρότες. Ένα απ' τα πρώτα μέρη στα οποία μας πήγαν ήταν η λίμνη του Μπάλατον, εκεί όπου βρίσκονταν τα πολυτελή θέρετρα των Μαγυάρων, και βιώσαμε το πρώτο πολιτισμικό σοκ. Στην Ουγγαρία ζούσα μέσα στην οικογένεια, οπότε ήταν δύσκολο να περάσουν τα πολιτικά μηνύματα είτε απ' το σχολείο είτε απ' το κομμουνιστικό κράτος. Όταν γυρίσαμε στην Ελλάδα είχα την τύχη να μην πάω στις «Παιδοπόλεις». Εκεί, πολλά παιδιά πήγαν απ' το άσπρο στο μαύρο και τρελάθηκαν. Μεγάλο πρόβλημα αντιμετώπισα στην Αθήνα, όταν ήρθα για σπουδές, το 1962. Έβραζε τότε ο τόπος από την αδικία που συνέβαινε στην Αριστερά. Εξορίες, πιστοποιητικά κοινωνικών φρονημάτων και άλλα με οδήγησαν προς τα εκεί. Ήταν ένα ρεύμα. Βέβαια, ένιωθα πολύ άσχημα απέναντι στον πατέρα μου, που του είχαν πάρει όλη την οικογένεια. Στη συνέχεια, μπορώ να πω πως, χωρίς να οργανωθώ στην Αριστερά, ανήκα σε αυτόν το χώρο.”

Comments
Post a Comment