Όταν ο Χίτλερ κατέλυσε τη Δημοκρατία της Γερμανίας


Μια σημαντική παρανόηση: Ο διορισμός του Χίτλερ στο αξίωμα του Καγκελαρίου έπασχε ως προς τη νομιμότητά του.

Τον Νοέμβριο του 1932 το μερίδιο ψήφων που συγκέντρωναν οι Ναζί βρισκόταν στο 33% και καμία άλλη πολιτική δύναμη δε δεχόταν να συνεργαστεί με τον Αδόλφο Χίτλερ, ώστε να εξασφαλίσει τον τίτλο του Καγκελαρίου με τη ψήφο εμπιστοσύνης του Κοινοβουλίου. Όντας 1η πολιτική δύναμη, απαίτησε να διοριστεί καγκελάριος. Αρχικά, ο Πρόεδρος της Γερμανίας, Πάουλ φον Χίντενμπουργκ, αντιστάθηκε σε αυτήν του την απαίτηση. Αργότερα, ωστόσο, υποχώρησε και στις 30 Ιανουαρίου 1933 διόρισε τον Χίτλερ ως Καγκελάριο της Γερμανίας.

Το Σύνταγμα της Βαϊμάρης, το οποίο ίσχυσε από το 1919 έως το 1933 στη Γερμανία, προέβλεπε ως προς την εκλογή του Καγκελαρίου πως ο Πρόεδρος του Ράιχ (Reichspräsident) είχε την αρμοδιότητα να διορίζει και να παύει τον Καγκελάριο του Ράιχ (Reichskanzler), καθώς και τους υπουργούς. Ο διορισμός του Καγκελαρίου δεν απαιτούσε την άμεση έγκριση του κοινοβουλίου (Ράιχσταγκ) εκ των προτέρων. Ωστόσο, ο Καγκελάριος και οι υπουργοί χρειάζονταν την εμπιστοσύνη του Ράιχσταγκ. Αν το Ράιχσταγκ ψήφιζε πρόταση μομφής κατά του Καγκελαρίου ή ενός υπουργού, τότε αυτοί όφειλαν να παραιτηθούν. Αυτό σήμαινε ότι, ενώ ο Πρόεδρος διόριζε τον Καγκελάριο, ο Καγκελάριος χρειαζόταν την πλειοψηφική υποστήριξη του κοινοβουλίου για να παραμείνει στην εξουσία.

Ο διορισμός του Χίτλερ σε αυτό το αξίωμα από τον Χίντενμπουργκ ήταν το αποτέλεσμα μιας πολιτικής συμφωνίας. Ορισμένοι συντηρητικοί πολιτικοί έπεισαν τον πρόεδρο Χίντενμπουργκ να προχωρήσει στον συγκεκριμένο διορισμό. Ήθελαν να εκμεταλλευτούν τη δημοτικότητα του Ναζιστικού Κόμματος για τους δικούς τους σκοπούς. Πίστευαν λανθασμένα ότι μπορούσαν να ελέγξουν τον Χίτλερ.

Ο Χίτλερ δεν έγινε δικτάτορας αμέσως μόλις ανέλαβε την εξουσία τον Ιανουάριο του 1933. Όταν έγινε Καγκελάριος, το δημοκρατικό σύνταγμα της Γερμανίας βρισκόταν ακόμα σε ισχύ. Ο Πρόεδρος Πάουλ φον Χίντενμπουργκ τον διόρισε, σύμφωνα με τις προβλέψεις του Συντάγματος, αλλά η νομιμότητα του διορισμού του ήταν αναμφισβήτητη βάσει του Συντάγματος της Βαϊμάρης, καθώς δε διέθετε την ψήφο εμπιστοσύνης των υπολοίπων πολιτικών δυνάμεων και ο ίδιος αρνείτο πεισματικά να συνεργαστεί με αυτές.

Ωστόσο, η μετέπειτα χρήση των άρθρων έκτακτης ανάγκης του Συντάγματος (όπως το Άρθρο 48) και η ψήφιση του Εξουσιοδοτικού Νόμου (Ermächtigungsgesetz) ήταν αυτά που του επέτρεψαν να εδραιώσει τη δικτατορική του εξουσία, παρακάμπτοντας τις δημοκρατικές διαδικασίες του Συντάγματος. Ο Χίτλερ χρησιμοποίησε τους υπάρχοντες νόμους για να εξαλείψει το κώλυμα της έλλειψης ψήφου εμπιστοσύνης, να καταστρέψει τη γερμανική Δημοκρατία και να εγκαθιδρύσει μια δικτατορία.

Τον Αύγουστο του 1934 πέθανε ο πρόεδρος Χίντενμπουργκ. Ο Χίτλερ αυτοανακηρύχθηκε Φύρερ (αρχηγός) της Γερμανίας. Από εκείνο το σημείο και έπειτα, ο Χίτλερ ήταν επίσημα ο δικτάτορας της Γερμανίας.

Πηγή ιστορικών γεγονότων: encyclopedia.ushmm.org

ΥΓ: Οποιαδήποτε σύγκριση του διορισμού του Χίτλερ στο αξίωμα του Καγκελαρίου της Γερμανίας με την εκλογή του Μπενιανίμ Νετανιάχου στο πρωθυπουργικό αξίωμα του Ισραήλ είναι ατυχής. Οι εκλογές στο Ισραήλ θα διεξαχθούν το φθινόπωρο του 2026, εκτός εάν ο Νετανιάχου απωλέσει νωρίτερα την ψήφο εμπιστοσύνης της Βουλής. Από το 1933 έως το 1944, δεν υπήρξαν ελεύθερες εκλογές στη Γερμανία και όλα τα κόμματα πλην του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος (NSDAP) κηρύχθηκαν παράνομα.

Comments