Ο Ηρόδοτος, ο αρχαίος Έλληνας ιστορικός, είναι ο πρώτος που αναφέρει γραπτώς τον όρο "Παλαιστίνη". Στο έργο του, τις "Ιστορίες", χρησιμοποιεί τον όρο "Συρίη ἡ Παλαιστίνη καλεομένη" (Συρία που ονομάζεται Παλαιστίνη) ή "Σύροι οἱ ἐν τῇ Παλαιστίνῃ" (Σύριοι της Παλαιστίνης), για να περιγράψει μια περιοχή της Συρίας που εκτείνεται από τη Φοινίκη έως τα σύνορα της Αιγύπτου, κατά μήκος της ακτής της Μεσογείου. Αυτή η περιοχή περιλαμβάνει τόσο την ακτογραμμή όσο και τα ενδότερα εδάφη, υπερβαίνοντας την απλή αναφορά στη βιβλική Φιλιστία.
Π.χ. στο 3ο βιβλίο, όπου περιγραφει τους φόρους που πλήρωνε η 5η Σατραπεία της Περσικής Αυτοκρατορίας, αναφέρει: " [3.91.1] Από την πόλη Ποσίδειο, που την είχε ιδρύσει ο Αμφίλοχος ο γιος του Αμφιάραου στα σύνορα Κιλίκων και Συρίων, από εκεί αρχίζοντας ώς την Αίγυπτο, εκτός από τα μέρη που ανήκαν στους Άραβες (γιατί αυτά είχαν ατέλεια), ο φόρος ήταν τριακόσια πενήντα τάλαντα· στον νομό αυτόν ανήκαν ολόκληρη η Φοινίκη, η Συρία η λεγόμενη Παλαιστίνη και η Κύπρος· αυτός ήταν ο πέμπτος νομός."
Η κύρια αναφορά που θεωρείται ότι αφορά τους Εβραίους βρίσκεται στο Βιβλίο Β' των Ιστοριών, όπου αναφέρεται στο έθιμο της περιτομής: "...μόνοι [οι Αιγύπτιοι] και οι Σύριοι της Παλαιστίνης, αφού έμαθαν αυτό το [έθιμο της περιτομής] λίγο από εκείνους [τους Αιγυπτίους], [κάνουν περιτομή]." Επειδή οι Φιλισταίοι (από τους οποίους προέρχεται το όνομα "Παλαιστίνη") ήταν γνωστοί ως απερίτμητοι, είναι πολύ πιθανό ότι ο Ηρόδοτος αναφέρεται στους κατοίκους της ενδοχώρας της Παλαιστίνης που εφάρμοζαν την περιτομή, δηλαδή στους Εβραίους (Ιουδαίους).
Ενώ ο Ηρόδοτος υπονοεί τους Εβραίους (ως "Συρίους της Παλαιστίνης") τον 5ο αιώνα π.Χ., η πρώτη σαφής ονομαστική αναφορά από Έλληνα συγγραφέα που έχει διασωθεί είναι αυτή του Θεόφραστου τον 4ο αιώνα π.Χ.: "Αυτοί, σε αντίθεση με τους άλλους, που θυσιάζουν ζώα, οι ίδιοι όχι, αλλά κάνουν ολοκαυτώματα, και αυτό κατά περιόδους. Όλη τη νύχτα αγρυπνούν, συνομιλούν για τον θεό και παρατηρούν τα άστρα, καθώς είναι φιλόσοφοι."
Τον ίδιο αιώνα, ο Αριστοτέλης, μέσα από κείμενο του μαθητή του Κλέαρχου, φέρεται να λέει: "ὁ ἀνὴρ ἦν Ἰουδαῖος... οὗτος ἦν Ἰουδαῖος ἐκ Κοίλης Συρίας" (Ο άνδρας ήταν Ιουδαίος... αυτός ήταν Ιουδαίος από την Κοίλη Συρία).
Οι αναφορές των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων στους Φιλισταίους (τους κατοίκους της βιβλικής Φιλιστίας, οι οποίοι ήταν Λαός της Θάλασσας) είναι πολύ περιορισμένες έως μηδαμινές, καθώς την εποχή που άκμασε η κλασική ελληνική γραμματεία (5ος - 4ος αι. π.Χ.), η πολιτική και πολιτιστική ταυτότητα των Φιλισταίων είχε ήδη εξαφανιστεί, μετά την κατάκτηση από τους Ασσύριους και τους Βαβυλώνιους (περίπου 600 π.Χ.).
Έκτοτε, μόνο ένας λαός κατοικούσε στη συγκεκριμένη περιοχή: οι Εβραίοι (ή Ιουδαίοι). Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει σύνδεση των Φιλισταίων με τους σύγχρονους Παλαιστινίους, σε αντίθεση με το αφήγημα του ηγέτη τους, Γιάσερ Αραφάτ.
Ο Αρριανός, σύγχρονος του αυτοκράτορα Αδριανού, στο έργο του "Αλεξάνδρου Ανάβασις", αναφέρεται στην περιοχή της Παλαιστίνης, λέγοντας πως μετά την κατάκτηση της Συρίας και της Φοινίκης, o Μακεδόνας στρατηλάτης κατευθύνθηκε προς την Αίγυπτο και πως τα υπόλοιπα τμήματα της καλούμενης Συρίας Παλαιστίνης είχαν ήδη προσχωρήσει σε αυτόν. Σε άλλη ενότητα του έργου, ο Αρριανός βάζει τον Αλέξανδρο να αναφέρει την "Κοίλη Συρία και Παλαιστίνη" ως κτήμα των Μακεδόνων στρατιωτών του, τονίζοντας ότι τα απέκτησε αμαχητί, πλην της Γάζας.
Το πιο εκτεταμένο σημείο αναφοράς είναι η πολιορκία της Γάζας, την οποία ο Αρριανός περιγράφει ως την τελευταία πόλη πριν την έρημο και τον δρόμο προς την Αίγυπτο. Ο διοικητής της Γάζας, ο ευνούχος Βάτις, αρνήθηκε να υποταχθεί, ενώ ο Αρριανός σημειώνει πως οι υπερασπιστές της Γάζας δεν ήταν ντόπιοι, αλλά Άραβες μισθοφόροι (Ανάβασις 2.25.4), οι οποίοι είχαν προετοιμαστεί για μακροχρόνια πολιορκία.
Συγκεκριμένα, αναφέρεται: "Ο Αλέξανδρος λοιπόν αποφάσισε να κάνει την εκστρατεία προς την Αίγυπτο. Και ενώ όλα τα υπόλοιπα μέρη της λεγόμενης Παλαιστινιακής Συρίας είχαν ήδη προσχωρήσει σε αυτόν, ένας ευνούχος, που ονομαζόταν Βάτις, ο οποίος ήταν κύριος της πόλεως των Γαζαίων (της Γάζας), δεν υποτασσόταν στον Αλέξανδρο, αλλά αφού συγκέντρωσε και προσέλαβε Άραβες μισθοφόρους και είχε προμηθευτεί σιτάρι από καιρό, αρκετό για μακροχρόνια πολιορκία, και επειδή πίστευε ότι το οχυρό μέρος (η πόλη) δεν θα καταληφθεί ποτέ με τη βία, αποφάσισε να μη δεχθεί τον Αλέξανδρο στην πόλη."
Παρά την αντίσταση των πολιορκημένων και τον τραυματισμό του Αλεξάνδρου, η πολη έπεσε. Μετά την κατάληψη της πόλης, ο Αλέξανδρος σκότωσε όλους τους άνδρες υπερασπιστές, ενώ τα γυναικόπαιδα εξανδραποδίστηκαν (πουλήθηκαν ως δούλοι). Σύμφωνα με τον Ρωμαίο ιστορικό Κουίντο Κούρτιο Ρούφο, ο Αλέξανδρος μιμήθηκε τον Αχιλλέα κι έσυρε με το άρμα του τον Βάτι μέχρι να ξεψυχήσει.
Ο Αρριανός έγραφε την εποχή του αυτοκράτορα Αδριανού (ή λίγο αργότερα). Μετά την εξέγερση του Μπαρ Κοχμπά (135 μ.Χ.), η Ρώμη μετονόμασε επίσημα την επαρχία σε Syria Palaestina. Ο Αρριανός, ως Ρωμαίος αξιωματούχος και διοικητής, πιθανώς χρησιμοποιούσε την επίσημη ή την κλασική ελληνική ορολογία. Επιπλεόν, θαύμαζε και μιμούνταν το ύφος του Ηροδότου, που καθιέρωσε τον όρο "Παλαιστίνη Συρία" (Παλαιστίνη καλεομένη Συρίη) για να περιγράψει την περιοχή μεταξύ Φοινίκης και Αιγύπτου.
Για το πέρασμα του Αλέξανδρου από την Ιερουσαλήμ, διασώζεται το απόσπασμα από την «Ιουδαϊκή Αρχαιολογία» του Ιώσηπου Φλάβιου (Βιβλίο ΙΑ', §329–339) περιγράφει τη θρυλική συνάντηση του Μεγάλου Αλεξάνδρου με τον Αρχιερέα Ιαδδούα.
Ο Αλέξανδρος, εξοργισμένος επειδή οι Ιουδαίοι αρνήθηκαν να του στείλουν προμήθειες κατά την πολιορκία της Τύρου, ξεκίνησε να βαδίσει εναντίον της Ιερουσαλήμ με σκοπό να την τιμωρήσει. Ο Αρχιερέας Ιαδδούας ανησύχησε πολύ, αλλά ο Θεός τον προειδοποίησε σε όνειρο να μην φοβηθεί και τον συμβούλευσε τι να κάνει. Όταν ο Αλέξανδρος είδε την πομπή να έρχεται έξω από την Ιερουσαλήμ, με τον Αρχιερέα ντυμένο στα άμφιά του, στάθηκε μπροστά του και τον προσκύνησε. Οι στρατηγοί του, και ιδίως οι Φοίνικες και οι Χαναναίοι, εξεπλάγησαν. Ο Παρμενίων, στρατηγός του Αλεξάνδρου, τον ρώτησε γιατί αυτός προσκυνά έναν Ιουδαίο ιερέα. Ο Αλέξανδρος εξήγησε: «Πριν ξεκινήσω την εκστρατεία μου κατά των Περσών, ενώ βρισκόμουν στο Δίον της Μακεδονίας, είδα στον ύπνο μου έναν άνδρα με την ίδια ακριβώς ιερατική στολή, ο οποίος με προέτρεψε να διαβώ στην Ασία, υποσχόμενος ότι ο Θεός θα οδηγούσε ο ίδιος το στράτευμά μου και θα μου χάριζε την κυριαρχία επί της Περσικής Αυτοκρατορίας».
Ο Έλληνας αρχιστράτηγος εισήλθε στην Ιερουσαλήμ, ανέβηκε στον Ναό, και προσέφερε θυσία στον Θεό των Ιουδαίων, σύμφωνα με τις οδηγίες του Αρχιερέα. Στη συνέχεια, ο Ιαδδούας έδειξε στον Αλέξανδρο το Βιβλίο του Δανιήλ, στο οποίο υπήρχε προφητεία που έλεγε ότι ένας Έλληνας βασιλιάς θα κατέστρεφε την αυτοκρατορία των Περσών. Ο Αλέξανδρος, πιστεύοντας ακράδαντα ότι αυτός ήταν ο βασιλιάς της προφητείας, αποχαιρέτησε τους Ιουδαίους και τους έδωσε μεγάλα προνόμια, όπως απαλλαγή από φόρους κατά το Σαββατικό Έτος, θρησκευτική ελευθερία και δυνατότητα σε όσους Ιουδαίους ήθελαν να καταταχθούν στον στρατό του ως μισθοφόροι, διατηρώντας τα θρησκευτικά τους έθιμα.
Ως προς τον όρο "Ιουδαία", η οποία με τη σειρά της προέρχεται από το εβραϊκό "Yehudah" (Ιούδας), Η πρώτη καταγεγραμμένη αναφορά του ονόματος σε αρχαίο κείμενο (εκτός της Βίβλου) δεν είναι ρωμαϊκή, αλλά Ασσυριακή. Βρίσκεται στην πήλινη πινακίδα του Νιμρούδ (Nimrud Tablet K.3751), η οποία χρονολογείται περίπου στο 733 π.Χ. Εκεί αναφέρεται ο βασιλιάς Άχαζ ως βασιλιάς των «Yaudaya» (Ιουδαίων).
Στην ελληνική γραμματεία, από την οποία δανείστηκαν τον όρο οι Ρωμαίοι, η πρώτη σαφής αναφορά στην περιοχή ως «Ιουδαία» γίνεται από τον Εκαταίο τον Αβδηρίτη (περίπου το 300 π.Χ.). Στο έργο του «Αιγυπτιακά», περιγράφει πώς οι Εβραίοι μετανάστευσαν σε μια περιοχή που «τώρα ονομάζεται Ιουδαία» (την νυν Ιουδαίαν καλουμένην).
Οι Ρωμαίοι υιοθέτησαν τον όρο "Iudaea" όταν ήρθαν σε άμεση επαφή με την περιοχή, κυρίως μετά την κατάκτηση από τον Πομπήιο το 63 π.Χ. Από τότε, ο όρος εμφανίζεται συχνά σε κείμενα του Κικέρωνα (όπως στον λόγο του Pro Flacco το 59 π.Χ.) και σε επίσημα ρωμαϊκά έγγραφα, όπως και σε έργα του Τάκιτου, του Σουητώνιου (αναφέρεται και σε εξεγέρσεις που υποκινήθηκαν από κάποιον "Chrestus") και του Κάσσιου Δίωνα.
Οι κύριες ομάδες κατοίκων της περιοχής που αναφέρουν οι ιστορικοί (όπως ο Στράβων, ο Ιώσηπος και ο Πλίνιος) είναι:
- Οι Ιουδαίοι: Η κυρίαρχη πληθυσμιακά ομάδα της περιοχής, ειδικά γύρω από την Ιερουσαλήμ.
- Οι Σαμαρείτες: Οι Ρωμαίοι αναγνώριζαν τους Σαμαρείτες ως ξεχωριστή ομάδα που κατοικούσε στην κεντρική περιοχή (Σαμάρεια) και τους έβλεπαν ως συγγενείς με τους Ιουδαίους, αλλά σε διαρκή κόντρα μεταξύ τους.
- Οι Ιδουμαίοι: Ήταν Ναβαταίοι, οι οποίοι όμως εκδιώχθηκαν από την πατρίδα τους. Κατοικούσαν στην περιοχή του Εδώμ, νότια της Νεκράς Θάλασσας κι αργότερα αφομοιώθηκαν στους Ιουδαίους, με πιο γνωστούς τους Ηρωδίδες, όπως ο Ηρώδης ο Μέγας, που κυβερνούσαν την Ιουδαία στους ρωμαϊκούς χρόνους.
- Οι Έλληνες: Υπήρχε έντονη ελληνική παρουσία, κυρίως στις πόλεις της Δεκαπόλεως (ανατολικά του Ιορδάνη) και στα μεγάλα λιμάνια (όπως η Ασκαλώνα και η Γάζα).
- Οι Σύριοι: Οι Ρωμαίοι χρησιμοποιούσαν συχνά τον όρο «Σύριοι» γενικευτικά για τους μη-Εβραίους κατοίκους της περιοχής, ιδιαίτερα στα βόρεια και στα παράλια. Θεωρούσαν ότι η περιοχή γεωγραφικά ανήκε στην ευρύτερη Συρία.
Συμπερασματικά, προκύπτουν τα ακόλουθα:
- Ο όρος "Ιουδαία" είναι παλαιότερος και, πλην της Βίβλου, συναντάται πρώτα φορά στους Ασσυρίους. Χρησιμοποιείτο και από τους Έλληνες, μαζί με τον γεωγραφικό όρο "Συρία Παλαιστίνη" ή "Κοίλη Συρία". Στα ελληνιστικά και τα ρωμαϊκά χρόνια, και κατά συνέπεια και την εποχή που έζησε ο Ιησούς, η περιοχή αναφερόταν αποκλειστικά ως "Ιουδαία". Μετά την καταστολή της Εξέγερσης του Μπαρ Κοχμπά (132-135 μ.Χ.), ο αυτοκράτορας Αδριανός άλλαξε το όνομα της επαρχίας από "Ιουδαία" σε «Συρία Παλαιστίνη» και της Ιερουσαλήμ σε Aelia Capitolina, ως τιμωρητικό μέτρο να διαγράψει τη σύνδεση των Εβραίων με τη γη τους.
- Η Συρία Παλαιστίνη ήταν ένας αρχαίος γεωγραφικός προσδιορισμός της περιοχής του Ισραήλ, τον οποίο οι σημερινοί Παλαιστίνιοι ιδιοποιήθηκαν, θέλοντας να πλασάρουν εαυτούς ως γνήσιους γηγενείς, σε σχέση με τους Εβραίους (ή Ιουδαίους, όπως αποκαλούνται στην αρχαία ελληνική γραμματεία). Αντίθετα, δεν υπάρχει σαφής μνεία των Φιλισταίων, υποτιθέμενων προγόνων των σύγχρονων Παλαιστινίων, ως τέτοιων στα αρχαία ελληνικά κείμενα.
- Οι αρχαίοι Έλληνες αντιμετώπιζαν με σεβασμό τους Εβραίους, όντας γνωστό τοις πάσι πως ήταν οι κάτοικοι γεωγραφικής περιοχής της Παλαιστινιακής Συρίας ή Συρίας Παλαιστίνης και διαχωρίζονταν από τα υπόλοιπα φύλα της Μέσης Ανατολής, καθώς ήταν μονοθεϊστές και τελούσαν περιτομή.
- Το κλίμα συμφιλίωσης, αβρότητας και τα προνόμια που παραχώρησε ο Αλέξανδρος στους Εβραίους δεν ήταν τυχαία. Ούτε η δημιουργία των πρώτων εβραϊκών κοινοτήτων στον ελλαδικό χώρο τον επόμενο αιώνα, μετά το πέρασμά του.
- Η Γάζα αντιστάθηκε, γιατί σε αυτή δεν κατοικούσαν Εβραίοι ή δεν ενεπλάκησαν οι Εβραίοι στην πολιορκία, καθώς ο Βάτις χρησιμοποίησε για την άμυνα της πόλης Άραβες μισθοφόρους. Αν στην πόλη κυριαρχούσαν οι Εβραίοι, θα άφηναν τον Αλέξανδρο να μπει στην πόλη αμαχητί, όπως και στην Ιερουσαλήμ, ειδικά μετά την παραχώρηση προνομίων στον εβραϊκό πληθυσμό από αυτόν. Όντας αφελείς, οι Γαζαίοι δεν παραδειγματίστηκαν ούτε από τη συμπεριφορά της Τύρου, ούτε της Ιερουσαλήμ απέναντι στον Αλέξανδρο.
- Ο Αλέξανδρος δε λειτουργούσε εν θερμώ. Αν συνέβαινε κάτι τέτοιο, η Ιερουσαλήμ θα είχε την τύχη της Τύρου, καθώς ήταν ήδη εξοργισμένος με τους Εβραίους λόγω της μη στήριξής του στην πολιορκία της με την παροχή τροφίμων. Η υποδοχή του από τον Αρχιερέα Ιαδδούα και τον λαό της Ιερουσαλήμ, καθώς και η μηδενική αντίσταση που συνάντησε από τους Εβραίους μετά την Τύρο, σε συνδυασμό με την προφανή επιθυμία τους να απαλλαγούν από τον ζυγό του Δαρείου.
- Οι Ρωμαίοι ιστορικοί αντιμετώπιζαν την περιοχή του σημερινού Ισραήλ και τους κατοίκους της με ένα μείγμα περιέργειας, πολιτικού πραγματισμού και, συχνά, έντονης προκατάληψης. Για την Ρώμη, η περιοχή ήταν στρατηγικής σημασίας (γέφυρα μεταξύ Αφρικής και Ασίας), αλλά οι κάτοικοι θεωρούνταν από τους πιο δύστροπους και ιδιαίτερους υπηκόους της Αυτοκρατορίας. Οι Ρωμαίοι συγγραφείς (όπως ο Τάκιτος, ο Σουητώνιος, ο Πλίνιος και ο Κάσσιος Δίων) θεωρούσαν ακατανόητο τον αυστηρό μονοθεϊσμό των Εβραίων θεωρούσαν τους Εβραίους σχεδόν "άθεους" επειδή δεν είχαν αγάλματα του θεού τους.
- Όποιος προσπαθεί να πλασάρει τη γεωγραφική περιοχή της Συρίας Παλαιστίνης ή Ιουδαίας (σημερινό Ισραήλ) ως περιοχή που κατοικούσε άλλος λαός πλην των Εβραίων μετά τον 6ο μ.Χ. αιώνα (οπότε και εξαφανίστηκαν οι Φιλισταίοι), ή είναι ανόητος ή φθηνός προπαγανδιστής και προωθεί την ανιστόρητη ατζέντα της συνεχούς παρουσίας του σπουδαίου πολιτισμού των σημερινών Παλαιστινίων, υποτιθέμενων απογόνων των Φιλισταίων, από την αρχαιότητα στην περιοχή.
Φωτογραφία: "Alexander the Great in the Temple of Jerusalem", Sebastiano Conca (1736), Museo National de Prado, Madrid

Comments
Post a Comment